3 Ρισορτζιμέντο


Ρισορτζιμέντο

(Risorgimento). Όρος της ιταλικής ιστορίας, που σημαίνει την Αναγέννηση και την Ανάσταση. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Αλφιέρι για να σημαίνει την πολυπόθητη ημέρα, που η Ιταλία θα αποκτούσε την ελευθερία και την ενότητά της. Αργότερα σήμανε την πολιτική κίνηση, που επιδίωκε την εκπλήρωση των εθνικών πόθων των Ιταλών, και, τέλος την περίοδο από τότε που οι Ιταλοί συνειδητοποίησαν ότι αποτελούν ένα έθνος έως την ημέρα που ίδρυσαν και ενιαίο κράτος (1859-60).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανεξαρτησίας, πόλεμοι — Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι πολεμικές επιχειρήσεις που έκαναν διάφοροι λαοί –κυρίως τον 19o αι.– εναντίον εθνών που κατείχαν τα εδάφη τους. Είναι ιδιαίτερα γνωστοί ο π.α. των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι επιμέρους π.α. των… …   Dictionary of Greek

  • Κατανέο, Κάρλο — (Carlo Cattaneo, Μιλάνο 1801 – Καστανιόλα 1869). Ιταλός οικονομολόγος και πολιτικός. Αρχικά συνεργάστηκε με διάφορα επιστημονικά περιοδικά του Μιλάνου, αλλά σύντομα στράφηκε στα πολιτικά προβλήματα της εποχής του. Κατά τη διάρκεια του… …   Dictionary of Greek

  • Μπράουνινγκ-Μπάρετ, Ελίζαμπεθ — (Elisabeth Browning Barrett, Ντάραμ 1806 – Φλωρεντία 1861). Αγγλίδα ποιήτρια. Κόρη πλούσιου άποικου των Δυτικών Ινδιών, η Μ. Μ. άρχισε να διαβάζει τον Όμηρο στο πρωτότυπο σε ηλικία οκτώ ετών και στα έντεκα έγραψε το πρώτο της επικό ποίημα, Η μάχη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.